Mom I can’t look punk rock with you standing next to me
Anonymous asked: polu kalo!
θενκς :3
Anonymous asked: de se krinw <3
ω. σου άρεσε; *συγκίνηση*
Anonymous asked: εσυ το εγραψες;
ναι, γκριζοπρόσωπε. μη με κρίνεις πολύ αυστηρά.
Το milkshake.
Παίρνουμε καφέ από ένα παρακμιακό μαγαζάκι στην Ερμού. Δηλαδή εκείνη παίρνει, εγώ δεν πίνω καφέ. Δίνω 4,50€ για ένα milkshake βανίλια.
Κόκκινο καλαμάκι. Πολλά λεφτά.
Κλείνω το μάτι συνωμοτικά στην πασίχοντρη γάτα που έχει χυθεί δίπλα στην είσοδο και κουνάει τα μουστάκια της τεμπέλικα. Βγαίνουμε έξω, στον ήλιο. Κλείνω τα μάτια ενστικτωδώς. Τα γυαλιά μου κρέμονται στη μπλούζα μου αλλά δεν τα φοράω. Γιατί έτσι.
”Πάμε να πάρουμε κανα ρούχο;”
Την κοιτάζω. Εκείνη φοράει τα γυαλιά ηλίου της, τα υπερβολικά μεγάλα γι’αυτήν την εκνευριστική, μικροσκοπική μούρη.
“Πάμε.”
Πίνω μια γουλιά απ’το milkshake. Μιλκσέικ. Γαμώ τους ήχους. Χτυπημένο -κουνημένο- γάλα. Πολύ γουστάρω αυτή τη λέξη. Πίνω άλλη μια γουλιά. Σκέτη αηδία.
“Αυτό το milkshake είναι φοβερό”, της λέω.
“Σταμάτα μωρέ, αφού κάνω δίαιτα”, αποκρίνεται ενοχλημένη. Ω, μα ακριβώς γι’αυτό στο είπα μικρό μου. Ένας λιλιπούτειος δαίμονας κάπου στο κεφάλι μου τρίβει τα χέρια του χαιρέκακα.
“Μμμ” κάνω με απόλαυση, ενώ καταπίνω την τρίτη γουλιά απ΄την εξαιρετικά άγευστη βανίλια. “Είναι τρομερό, πραγματικά.”
Χειροκροτήματα, φλας, μουσική, ανεβαίνω στο βάθρο για να πάρω το χρυσό αγαλματάκι. “Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους γονείς μου, την Ακαδημία, εμένα, αυτόν και όλους εσάς και κυρίως, το δημιουργό της λέξης milkshake!”
Προχωράμε παρακάτω στην Ερμού. Προσπερνάμε με δυσκολία τους τρελούς breakdancers μπροστά στην Καπνικαρέα. Δε μπορείς να περάσεις. Ένα σωρό πολίτες, τουρίστες και παιδάκια, αριστεροί, δεξιοί και διαγώνιοι, γκέι, ψαράδες, γκέι ψαράδες, πωλητές πλυντηρίων, διανοούμενοι ψυχοπαθείς, όλοι στέκονται και χαζεύουν τα γεροδεμένα αγόρια που χορεύουν χιπ-χοπ κάνοντας σούπερ ακροβατικά και φιγούρες. Με το που τελειώνει το νούμερο, όλη αυτή η αγέλη διασκορπίζεται με ταχύτητα κυνηγημένου ζώου προκειμένου να αποφύγει να ρίξει λίγα ψιλά στο αναποδογυρισμένο καπέλο στο απλωμένο χέρι του κοντούλη χορευτή.
Σε δευτερόλεπτα, η πλατεία αδειάζει από φτηνούς θεατές, μέχρι το επόμενο νούμερο. Απηυδισμένη, πίνω κι άλλο milkshake.
Χριστέ μου, είναι απαράδεκτο.Έχει γεύση σαπουνιού.
Μουγκρίζω με απόλαυση.
“Εντάξει, κέρδισες. Φέρε ‘δω να δοκιμάσω.”
Αυτό δεν το περίμενα. Γουρλώνω τα μάτια μου. Δεν πρέπει να μάθει πόσο χάλια είναι το milkshake. Ξεροκαταπίνω. Όχι. Δεν πρέπει. Κοιτάζω γύρω σα χαμένη. Εκπτώσεις 30% στα Bershka. Ένας περαστικός με σκουλαρίκι στη μύτη -τρομερά μάτια έχεις φίλε. Ένα κίτρινο σκυλί.
Σε απόγνωση, πετάω με δύναμη στο δάπεδο το πλαστικό ποτήρι. Το καπάκι φεύγει και το milkshake χύνεται στο πλακόστρωτο. Δεν αδειάζει. Το ποδοπατάω. Το κόκκινο καλαμάκι εκτοξεύεται σαν τρακαρισμένος ερυθρόδερμος.
(Ένα κίτρινο σκυλί;)
Χοροπηδάω πάνω στο μισοάδειο -ή μισογεμάτο- ποτήρι. Το πλαστικό που τσαλακώνεται αλλά δεν καταστρέφεται τελείως -450 χρόνια για να διαλυθεί ένα πλαστικό μπουκάλι στη θάλασσα- κάνει έναν αφάνταστα εκνευριστικό ήχο. Εξοργίζομαι.
(Ένα κίτρινο σκυλί;)
Καταστρέφω το απαίσιο milkshake κάτω από τα πόδια μου. Δεν πρέπει να ξέρει τι κρύβω και ότι δεν εννοώ ό,τι λέω και ότι δε μου αρέσουν αυτά που λέω ότι μου αρέσουν και ότι πίσω απ’το ωραίο milkshake κρύβεται μια τρομακτική αηδία, ένα αποτρόπαιο πλάσμα. Δεν πρέπει να μάθει τι γεύση έχει στην πραγματικότητα το milkshake. Κανείς. Ούτε αυτή, ούτε ο περαστικός με το σκουλαρήκι, ούτε το κίτρινο σκυλί.
(Κίτρινο σκυλί;)
Χτυπάω τα πόδια μου πάνω στο λιωμένο ποτήρι. Το milkshake έχει αδειάσει, ή μάλλον έχει χυθεί, φύγει, αποσυντεθεί, εξατμιστεί, δεν ξέρω, μπορεί, έχει πολλή ζέστη σήμερα και (ένα κίτρινο σκυλί;) νομίζω με ζαλίζει, θέλω νερό ή μάλλον όχι, όχι νερό, καλύτερα κάτι άλλο, ίσως ένα milkshake, ναι, ένα milkshake, μιλκσεικ, σαν αυτό στις σόλες των παπουτσιών μου, milkshake=χτυπημένο γάλα, δε γίνεται πιο χτυπημένο γάλα απ’αυτό, σκέφτομαι, γελάω, κλαίω, αρπάζω τη χαζή φίλη μου απ’το λαιμό, “Δεν έχει άλλο milkshake” ουρλιάζω μέσα στο αυτί της, οι φτηνοί θεατές χειροκροτούν, σφυρίζουν, είμαι κι εγώ μία απ’αυτούς, μέσα στο πλήθος, στην αγέλη, αφήστε με, θέλω να φύγω, το κίτρινο σκυλί έρχεται και γλείφει το milkshake απ’το δάπεδο, “μα πώς” ψιθυρίζω, “αφού δεν έχει άλλο milkshake, δεν έχει άλλο milkshake—
”Δεν έχει άλλο milkshake” λέω χαμογελαστά. Κρατάω το άδειο, κυλινδρικό και αρτιμελές ποτήρι, έχουν περάσει μόνο μερικά δευτερόλεπτα, ο λαιμός μου έχει παγώσει, η χαζή φίλη μου που κάνει δίαιτα στέκεται μπροστά μου, με ελεύθερο λαιμό και, το καλύτερο, δεν υπάρχει κανένα κίτρινο σκυλί.
“Είσαι μαλακισμένο.”
“Ήταν το πιο ενδιαφέρον milkshake που ήπια ποτέ”, επιμένω.
Milkshake. Μιλκσεικ.
Γαμώ τις λέξεις.
E;







